Ήταν μια Κυριακή του Δεκέμβρη. Η Πηνελόπη είχε μόλις ανοίξει το δώρο της. Ήταν ένα ζευγάρι ροζ γαλότσες με κόκκινα φιογκάκια, ψηλά στο τελείωμα. Κι από κάτω, προσεκτικά τυλιγμένη μια διάφανη νιτσεράδα με τεράστια ροζ πουά.

Η Πηνελόπη ήταν μόλις 5 χρονών μα η γυναικεία ματαιοδοξία της ήταν ήδη εκεί στα δυο πανέξυπνα μάτια και στα δυο λαίμαργα χεράκια της που ξετύλιγαν τα δώρα. Έβγαλε τα χαριτωμένα παντοφλάκια της για να φορέσει αμέσως τις καινούριες γαλότσες. Ξεδίπλωσε την νιτσεράδα της και την φόρεσε προσεκτικά πάνω από την χνουδωτή της ρόμπα. Ήταν έτοιμη να την δοκιμάσει στο βροχερό εκείνο πρωινό του Δεκέμβρη. Πήρε την Ελπίδα και βγήκαν έξω.

Η Ελπίδα ήταν βαρκούλα. Μια μικρή, χάρτινη, βαρκούλα από ροζ επιστολόχαρτο αρωματισμένο διακριτικά με άρωμα λεβάντας. Ήταν τα παλιά επιστολόχαρτα της γιαγιάς που τα είχε ξεχασμένα χρόνια τώρα στο μπουντουάρ της.
Η Ελπίδα ήταν η 20η επιτυχημένη εν τέλη, προσπάθεια της Πηνελόπης. Τους είχε δείξει η δασκάλα στον παιδικό σταθμό πως να φτιάχνουν βαρκούλες από χαρτί. Είχε μαγευτεί η Πηνελόπη από αυτήν την δυνατότητα να φτιάχνει παιχνίδια από ένα επίπεδο φύλλο χαρτί.
Ήταν μαγικό! Αυτή η λεπτή, σχεδόν διάφανη επιφάνεια μετατρεπόταν ξαφνικά σε τρισδιάστατη βάρκα. Έπαιρνε όγκο, αποκτούσε κίνηση. Σχεδόν ζωντάνευε! Δεν χρειαζόταν να ζωγραφίζεις πια πάνω στο χαρτί. Μπορούσε από μόνο του να ζωντανέψει την ζωγραφιά σου.

Η Ελπίδα ήταν καλοφτιαγμένη. Οι γωνίες της ήταν προσεκτικά διπλωμένες και οι ευθείες όμορφα τσακισμένες να μην αποκλίνουν. Όλες παράλληλες μεταξύ τους. Η Πηνελόπη δεν ήξερε ακόμα να γράφει. Είχε ζητήσει από την γιαγιά της να της γράψει την λέξη “Ελπίδα” σ’ ένα χαρτί για να μπορέσει να ονομάσει την βάρκα της έτσι. Ήθελε να την κάνει να ξεχωρίζει περισσότερο από όλες όσες είχε φτιάξει πρωτύτερα.

Τα γράμματα ήταν δύσκολα. Μα με υπομονή η Πηνελόπη είχε προσπαθήσει να μιμηθεί αυτό που έβλεπε γραμμένο στο σημειωματάριο της γιαγιάς της. Κάθε γράμμα και μια περιπέτεια. Ξεκινούσε από ένα σημείο και μετά λοξοδρομούσε κάπως αλλά αμέσως πιο κάτω έβρισκε τον δρόμο της πάλι. Όλο το απόγευμα προσπαθούσε με υπομονή να γράψει “ΕΛΠΙΔΑ” στο πλάι της βάρκας και τα είχε καταφέρει. Μπορεί να ήταν άτσαλα γραμμένο και να μην είχε καθόλου λεία εμφάνιση μα το όνομα φαινόταν καθαρά.

Το προηγούμενο βράδυ είχε βρέξει. Έξω στον κήπο υπήρχε κοντά στην στέρνα μια μεγάλη λακκούβα. Εκεί σ’ αυτήν την λακκούβα που οι γάτες της γειτονιάς ξεδιψούσαν όταν η γιαγιά πότιζε τα λουλούδια κι έπλενε την αυλή, εκεί η Ελπίδα θα έκανε το παρθενικό της ταξίδι. Η Πηνελόπη την έβαλε προσεκτικά στην επιφάνεια του νερού. Η Ελπίδα τρόμαξε απ’ το ξαφνικό υγρό άγγιγμα, μα της άρεσε. Ήταν άλλωστε βαρκούλα, προορισμένη να ταξιδεύει. Ένιωθε τεράστια την μικρή της λιμνούλα.
Μια ροζ βασίλισσα μ’ ένα απαλό άρωμα λεβάντας. Ένα ελαφρύ αεράκι την έσπρωξε πιο πέρα. Τώρα μπορούσε να δει την μεγάλη στέρνα στην μια μεριά και τα κυκλάμινα που είχαν βγάλει λουλούδια ακριβώς απέναντι. Μια τεράστια ορτανσία είχε ρίξει σχεδόν όλα τα φύλλα της και η λεμονιά της αυλής φορτωμένη μεγάλα, πράσινα λεμόνια. Η Ελπίδα ένιωσε ευτυχία. Τόση περιπέτεια, τόση ζωντάνια τριγύρω της! Που να το φανταζόταν πως θα το βίωνε όταν ακόμα ήταν ταπεινό επιστολόχαρτο. Πριν ακόμα προβιβαστεί σε χαριτωμένη βαρκούλα.

Ξαφνικά η Πηνελόπη βρήκε μια πασχαλίτσα. Απόρησε τόσο. Δεν ήταν εποχή για πασχαλίτσες. Τόση τύχη έτσι στα ξαφνικά. Κι αυτή η μικροσκοπική, κόκκινη νοικοκυρά έγινε η πρώτη επιβάτης της Ελπίδας. Μαζί έκαναν όλο τον γύρω της λακκούβας. Θαρρώ έδειχνε μεγαλύτερη. Θα ήταν, σαφώς, που είχε φουσκώσει από υπερηφάνεια.

Τότε η Πηνελόπη αποφάσισε να δοκιμάσει τις γαλότσες της. Άραγε ήταν αρκετά αδιάβροχες; Πήρε φόρα και τσαλαβούτηξε με δύναμη μέσα στην λακκούβα. Η γαλήνη του μικρού σύμπαντος της Ελπίδας διαλύθηκε. Ένας τυφώνας σαρωτικός με ροζ χρώμα και κόκκινους φιόγκους, είχε μετατρέψει το καθαρό νερό που έπιναν οι γάτες σε λάσπη.

Η Ελπίδα τρόμαξε. Δεν είχε ιδέα από καταιγίδες. Και η επιβάτης της; Ω! Δεν την είχε σκεφτεί καθόλου. Ένιωσε υπεύθυνη. Έπρεπε να την προστατέψει την μικρή πασχαλίτσα. Έκανε να πάει όσο γινόταν πιο μακριά να γλυτώσει από την καταστροφή. Κινήθηκε βίαια προς την άκρη της λακκούβας. Η Πηνελόπη συνέχιζε να χοροπηδά. Διασκέδαζε τόσο με την τρικυμία που είχε προκαλέσει. Γελούσε που η Ελπίδα κουνιόταν πέρα δώθε και ταλαντευόταν επικίνδυνα, παλεύοντας να κρατηθεί όρθια πάνω στην ταραγμένη επιφάνεια του νερού.

Το ροζ επιστολόχαρτο είχε λεκιάσει ανεπανόρθωτα. Είχε παντού καφέ, βρώμικες πιτσιλιές. Αλλού μικρές, αλλού μεγαλύτερες. Το μελάνι είχε διαλυθεί και το όνομα στο πλάι είχε γίνει μουντζαλιά. Η πασχαλίτσα πέταξε. Μα η Ελπίδα δεν μπορούσε να πετάξει. Ήταν απλά, μια χάρτινη βαρκούλα.

Ξαφνικά η αυλόπορτα άνοιξε. Είχαν έρθει ο μπαμπάς και η μαμά της Πηνελόπης από το μακρινό τους ταξίδι στην Ευρώπη. Είχαν μαζί τους πολλά κουτιά τυλιγμένα σε πολύχρωμα χαρτιά και δεμένα με χρωματιστές κορδέλες.
Η Πηνελόπη ενθουσιάστηκε που τους είδε. Έτρεξε με φόρα κατά πάνω τους. Όλοι μαζί αγκαλιάστηκαν κι ο μπαμπάς την πήρε στους ώμους του. Έφυγαν μέσα σε βροντερά γέλια για το σπίτι.

Η Ελπίδα είχε μείνει εκεί στην όχθη της λακκούβας. Είχε γείρει στο πλάι. Η καρίνα της είχε μουλιάσει σχεδόν. Το τέλος πλησίαζε, Ανήμπορη να αντιδράσει ακούμπησε το κατάρτι της πάνω σ’ ένα μαλακό ραδίκι που φύτρωνε στην άκρη απ’ το νερό. Το όνομα στο πλάι δεν φαινόταν πια. Είχε γίνει σαν μια μπλε δαχτυλιά. Το ροζ επιστολόχαρτο είχε γίνει βρώμικο κι η λαμπερή, κριτσανιστή ομορφιά του είχε χαθεί. Μια στάλα νερό κύλησε απ’ το κατάρτι ως το χώμα. ήταν σαν δάκρυ.

Τόσο σύντομο αυτό το ταξίδι. Άλλες βάρκες ή καράβια έχουν άλλη πορεία. Μπαίνουν στις θάλασσες, πηγαίνουν σε μέρη εξωτικά. Βλέπουν τόσα θαυμάσια. Η Ελπίδα δεν πρόλαβε να δει τίποτα. Μόνο την στέρνα και τα κυκλάμινα. Τι κρίμα για μια τόσο όμορφη βάρκα! Τι άδικο! Ήξερε πως μέχρις εδώ ήταν . Το καταλάβαινε πια. Σε λίγο θα μούλιαζε εντελώς και θα βυθιζόταν. Απελπισμένη κι απογοητευμένη κατάλαβε πως όλα χάθηκαν. Δεν είχε καμιά ελπίδα.

Τότε ακριβώς πέρασε έξω απ’ την αυλή ο Λούης ο σκύλος. Ήταν ένα λεύτερο αλητόσκυλο που γυρνούσε από δω κι από κει. Είχε μάθει να ζει μονάχος του. Καθώς μύριζε τριγύρω, έπεσε το μάτι του στην βαρκούλα. Έτσι μακρόστενη καθώς ήταν του κίνησε την προσοχή. Είχαν ξεχάσει την αυλόπορτα ανοιχτή. Μπήκε μέσα και πήγε κοντά της.
“Δεν ξέρω τι είσαι,” είπε η Ελπίδα, “μα η ανάσα σου με ζεσταίνει. Μπορείς να με βοηθήσεις;” Ο Λούης δεν άκουσε. Αλίμονο! Οι σκύλοι και οι χάρτινες βαρκούλες δεν μιλάνε την ίδια γλώσσα. Όμως το χαρτί του θύμισε το χαρτί που ο κυρ-Στέλιος ο κρεοπώλης, τύλιγε μέσα τα λουκάνικα. Πήρε προσεκτικά την βαρκούλα στο στόμα του. Την κράτησε εκεί και φύγανε. Την πήγε στο λημέρι του. Εκεί που κούρνιαζε τα βράδια δίπλα στον καταυλισμό των τσιγγάνων. Ο Εμίλ το τσιγγανόπουλο έπαιζε εκείνη την ώρα μ’ ένα ξύλο. Ο Λούης ήταν ο αγαπημένος σκύλος του. Του έδινε πότε- πότε λίγο από το φαγητό του. Ακόμα κι αν δεν περίσσευε ο Εμίλ μοιραζόταν την μπουκιά με τον σκύλο.

Είδε την Ελπίδα στο στόμα του φίλου του. Μια χάρτινη, καλοφτιαγμένη βαρκούλα. Τι υπέροχο παιχνίδι! Έπρεπε να την σώσει. έμοιαζε έτοιμη να διαλυθεί. Ο Εμίλ την πήρε προσεκτικά και την πήγε στην φωτιά του καταυλισμού. Να στεγνώσει, να ξεραθεί, να μην πεθάνει. Εκείνος θα την φρόντιζε. Ήταν το πρώτο του αληθινό παιχνίδι. Τι τύχη να την βρει έτσι!
Ευτυχώς ο Λούης τον σκέφτηκε. Κοίτα να δεις που του έκανε δώρο ο σκύλος του. Κοίτα να δεις που αυτά τα Χριστούγεννα θα είχε δώρα για όλους τελικά!

Advertisements