Η θεία Ευτέρπη ήταν αδερφή της γιαγιάς μου. Η οικογένεια είχε 5 κορίτσια και δύο αγόρια. Πρώτη είχε γεννηθεί η Λενίτσα το 1902 , μετά η Ευτέρπη , η Δέσποινα , η Ρηνιώ ( η γιαγιά μου) κι η Άννα. Κάπου ανάμεσα ήταν και τα δύο αγόρια ο Πιτ κι ο Τσάρλι. Τα ονόματα είναι αμερικάνικα γιατί είχαν φύγει μετανάστες με 12 δολάρια στην τσέπη ο καθένας. 12 δολάρια που τα είχαν μαζέψει όπως μπορούσαν και φτάσαν στην Αμερική μ’ αυτά ή και λιγότερα…
Αυτοί κι οι δυο κάναν μεγάλη περιουσία , δουλεύοντας σκληρά ( το λέμε και το εννοούμε) νόμιμα και φυσικά και παράνομα.

Η θεία Ευτέρπη τώρα. Τι να πεις για κείνη; Λίγα τα λόγια θα είναι. Ψηλή και λεπτή. Τότε λεπτές ήταν όλες αφου το φαγητό ήταν λιτό και λιγοστό. Δύσκολοι καιροί γεμάτοι πολέμους. Η θεία όμως είχε μαζέψει όλα τα καλά γονίδια. Όλες οι αδερφάδες ήταν , να έτσι μαυροτσούκαλα σαν και του λόγου μου, εκείνη είχε μαλλιά σαν τις ηλιαχτίνες και μάτια μπλε. Όχι το μπλε το ξεπλυμένο. Όχι. Εκείνο το βαθύ μπλε της θάλασσας της ανταριασμενης. Κι ετσι ανταριασμένη ήταν κι η ζωή της. Γιατί, κατά πως έλεγε κι η γιαγιά μου : “Η ομορφιά η πολλή έχει και την πληρωμή της. Δε στη δίνει ο Θεός χωρίς αντάλλαγμα.”

Σαν σταρ του βωβού κινηματογράφου, λοιπόν , η θεία Ευτέρπη. Έτσι εκεί γύρω στα είκοσι της ήρθε στο χωριό ο Ορφανός. Έτσι τον λέγαν στο επώνυμο. Το μικρό του δεν το έμαθα ποτέ. 43 χρονών εκείνος , κοσμογυρισμένος και μπον βιβερ που λένε. Εκ πεποιθήσεως εργένης. Δεν είχε παντρευτεί ποτέ του. Άγνωστο πως είχε βγάλει λεφτά- έκανε πως είχε;- κανείς δεν ήξερε. Την είδε και σταμάτησε η γη να γυρίζει. Βλέπεις καμιά φορά και στα πιο μικρά μέρη να όπως ο κόλπος της Γέρας στη Μυτιλήνη, βρίσκεις διαμάντια. Έτσι κάνει ο Θεός . Τα διαμοιράζει.
Έπρεπε να την αποκτήσει. Χωριό ήταν όμως. Κι ο παππούς ( ο Ρεμπέτας με τ’ όνομα) δε χάριζε κάστανα. Την ζήτησε σε γάμο λοιπόν. Θες που και κείνης τα μυαλά είχαν πάρει αέρα, θες που θαμπώθηκε απ’ τις ιστορίες για τα καζίνα και τη μεγάλη ζωή… είπε το ναι κι ας ήταν ο γαμπρός 23 χρόνια πιο μεγάλος.
Ο γάμος έγινε εκεί στον Παππάδο , στο χωριό. Όλοι γιόρτασαν πολύ. Δεν και λίγο να παντρεύεις την κόρη σου με τέτοιο κελεπούρι!
Έμεινε έγκυος αμέσως. Τρεις μήνες μετά ο Ορφανός χάθηκε. Ένα πρωί η θεία ξύπνησε ( τριό μηνών έγκυος ) κι αυτός άφαντος.
Τα καλοκαίρια στη Μυτιλήνη!! Δεν έχει πιο όμορφο. Ακόμα και τα μεσημέρια που έχει ζέστη είναι τόσα τα τζιτζίκια.. δροσίζεσαι να τ’ακους.
Κάθε καλοκαίρι το περνάμε γενιές τώρα στο εξοχικό μας στο Πέραμα. Εκεί τα εξοχικά τα λέμε “κατουνες” . Είναι μικρά σπίτια με τεράστια αυλή. Φυτεύουμε κηπευτικά ( ντομάτες , μελιτζάνες, αγγουράκια, κρεμυδάκια.. τέτοια) ο,τι ο καθένας θέλει. Μα και λουλούδια . Όλοι έχουν τριανταφυλλιές. Δεν υπάρχει νοικοκυρά που σέβεται τον εαυτό της και δεν έχει τριανταφυλλιές και ορτανσίες (ορτάντζες τις λέμε).
Εκείνη τη μέρα -Τρίτη- νομίζω . Ναι Τρίτη πιάνει το καράβι νωρίτερα τις Τρίτες, η θεία Ευτέρπη είχε σηκωθεί νωρίς κατά πως συνήθιζε. Είχε πιει τον πρώτο καφέ και σκάλιζε το χώμα στις τριανταφυλλιές αφου είχε κόψει τα ξερά λουλούδια απ’ τις ορτάντζες της. Άκουσε την αυλόπορτα που έτριζε. Γύρισε να δει και τρόμαξε λιγάκι. Σηκώθηκε πάνω και πήγε κοντά. Εκεί στεκόταν ένας σα διακονιάρης έμοιαζε. Τα μαλλιά του βρόμικα κι ανακατεμένα , ψηλός μα οι ώμοι του κυρτοί και τα ρούχα παραήταν ζεστά για το μήνα Ιούλη. Κουρελής ήταν . Τον πλησίασε .
Εμείς στο νησί δεν αφήνουμε ζητιάνο να φύγει χωρίς να του δώσουμε κάτι. Ποτέ. Ανεπίτρεπτο να διώχνεις φτωχό. Για να συχωρεθούν τα πεθαμένα πρέπει να φιλέψεις κάτι. Είχε η θεία μου στο καλαθάκι της κάτι ντοματούλες -μόλις τις είχε κόψει και δυο αυγά. Τον πλησίασε λοιπόν να του τα δώσει.
Σαν κάτι να της θύμιζε τούτος ο ζητιάνος. Γέρος και κουρελής φαινόταν ωχρός.
“Γεια σου Ευτέρπη.” Της μίλησε με μια βραχνή , μπάσα φωνή.
Κοντοστάθηκε η Ευτέρπη . Κλονίστηκε. Σαν να θυμόταν τούτη τη φωνή. Ναι την ήξερε. Θυμόταν να της ψιθυρίζει λόγια όμορφα, όνειρα γλυκά, ιστορίες αστείες και παράξενες.
“Ναι εγώ είμαι” της είπε.
Η θεία μου τον κοίταξε. Στεκόταν και τον κοιτούσε. Είχε τη δυσπιστία του ονείρου στα μάτια της. Η πραγματικότητα και τ’ όνειρο καμιά φορά μπερδεύονται.
Τότε βγήκε η Ρηνιώ έξω. Είδε . Κατάλαβε. Σιωπηλές του άνοιξαν την πόρτα και τον έβαλαν να κάτσει. Έφεραν καφέ και φαγητό. Κάθισαν απέναντι του και τον κοιτούσαν.
Είχε γυρίσει.
Έζησε δυο χρόνια σ’ ένα διπλανό σπιτάκι άρρωστος. Κάθε μέρα η Ευτέρπη πήγαινε αμίλητη τον καθάριζε του έδινε φαγητό, τον φρόντιζε. Μιλιά δεν της έπαιρνες.
Α όλα κι όλα. Το χρέος της σαν σύζυγος το έκανε κι ας είχε φύγει αυτός, κι ας την είχε προδώσει με το χειρότερο τρόπο. Ώσπου πέθανε ο Ορφανός η θεία μου τον κοίταγε σαν νοσοκόμα τον ασθενή της.
Πιστεύω και σήμερα όλη αυτή η τυπικότητα ίσως ήταν ένα είδος εκδίκησης.
Μα τσίπα δεν είχε ο συχωρεμένος. Κι ήταν και τυχερός . Δεν τον άφησε να πεθάνει σα σκυλί στ’ αμπέλι.

Advertisements