Είχα κοχύλια στα μαλλιά
Και δάκρυα από λησμονιά , στα βλέφαρα
Και ξύπνησα ένα πρωί σε αφιλόξενη ακτή
Και σ’ έψαχνα!
Με τ’ ουρανού μενεξεδί
Το ματωμένο “Σ’ αγαπώ” , ζωγράφισα.
Κι εσύ ακόμα πιο μακριά
Να τρέχεις με δυο αλλότρια φτερά
Να χάνεσαι.
Γυρνούσες πίσω τακτικά
Να βασανίσεις με χαρά, τον πόνο μου.
Να κοροϊδεύεις, να σκορπάς, ψυχρά τα φύλλα της καρδιάς
Μαραίνομαι!
Μάζεψα θάρρος απ’ της πίκρας μου το βάθος
Και δυο στεφάνια από κοράλλια στα μαλλιά
Σε κάθε βράχο τον καημό μου μαρτυρούσα
Βρήκα σκαρί για να σαλπάρω μακριά
Σ’ άφησα πίσω στην ακτή να με κοιτάζεις
Ποτάμια μίσος στην κενή σου την καρδιά
Ξεμάκρινα και χάθηκα για σένα
Κι είν’ η ψυχή μου, τελικά, πολύ καλά.
Αλύτρωτα τα πάθη , βολοδέρνουν
Στης άδειας σου ψυχής το ερημικό
Πίσω μου πια και να κοιτάξω
Μια θάλασσα κι ορίζοντα
Θα δω
Άλλες ακτές και άλλοι έρωτες με περιμένουν
Όλο χαρά και κέφι , ξεγνοιασιά
Κι η Καλυψώ η ίδια , αγκαλιά με πήρε
Μου σκούπισε τα δάκρυα στοργικά:
“Πάντα οι θνητοί, αστέρι μου, ίδιοι θε να ‘ναι
Θα τους τραβά κοντά της η Απλή.
Φοβούνται μάτια μου, την εξουσία
Και των Θεών την άκρατη Υπεροχή!
Μην ερωτεύεσαι θνητούς!
Είν’ όλοι ίδιοι.
Μείνε εδώ , μαζί μας, τελικά
Εδώ που από πάντα εσύ ανήκες
Και βγάλε λάθος έρωτες απ’ την καρδιά!”
Θεά κι αν ήταν .. ήξερα
Είχε κι εκείνη ,πλέον , σαν κι εμένα
Τα δυο τα μάτια σκοτεινά!

Advertisements