Ο Γιάννης κι η Έρρικα ήταν 2 χρόνια παντρεμένοι. Είχαν φτάσει πια κοντά στα 40 κι είχαν αποφασίσει πως η πεντάχρονη σχέση τους έπρεπε να γίνει πιο επίσημη, πιο τυπική. Ο γάμος ήταν διαφορετική υπόθεση. Είχε συμβάσεις, τυπικότητες, Τούτα τα μεγάλα παιδιά, που είχαν μάθει να ζουν ανέμελα, χωρίς εμπόδια στα “θέλω” τους, ήταν δύσκολο να συνηθίσουν τον τρόπο ζωής των γονιών τους. Αποτέλεσμα, ο γάμος είχε δυσκολίες και δεν πήγαινε πού καλά. Ζούσαν στο ίδιο σπίτι μα πρακτικά ήταν μόνος του ο καθένας.

Η Έρρικα ήταν καλλιτεχνική φύση. Ο Γιάννης ήταν πιο τεχνοκράτης. Οι προσπάθειες να γεφυρωθεί το χάσμα μεταξύ τους έπεφταν στο κενό. Όπως οι πιο πολλές περιπτώσεις της καθημερινότητας δεν αποφάσιζαν να χωρίσουν. Είτε από συνήθεια, είτε από φόβο, έμεναν μαζί παρά τα προβλήματα. Συνυπήρχαν.

Σ’ αυτήν την κενή κι απογοητευτική φάση μοναξιάς ψυχικής, η Έρρικα γνώρισε τον “Λέων” στο διαδίκτυο. Ο Λέων ήταν το τυπικό ψεύτικο προφίλ. Είχε μια φωτογραφία με μια λεπτομέρεια του προσώπου του. Ψεύτικες πληροφορίες κι ένα σωρό φωτογραφίες αλόγων, λύκων και φανταστικών τεράτων, που τις συνόδευε με αποσπάσματα ποιημάτων, προσεκτικά επιλεγμένων να δείχνουν πόνο, έρωτα, πάθος. Τις έστειλε και μια φωτογραφία με κάποιον που είπε πως ήταν εκείνος. Συζητούσαν με τις ώρες. Η Έρρικα πίστευε  πως είχε βρει την αδερφή ψυχή της. Τέτοια ταύτιση απόψεων. Τόση συμφωνία κι ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ τους. Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει η Έρρικα, τόσος έρωτας, τόσο πάθος. Αποξενωμένη, απομονωμένη και μόνη, κρεμάστηκε από αυτήν την σχέση με έναν πρακτικά άγνωστο άντρα. Του μιλούσε κρυφά στο τηλέφωνο, κανόνιζαν να βρεθούνε, να κάνουν έρωτα. Κοιτούσε διαρκώς την φωτογραφία του. Είχε να νιώσει έτσι από έφηβη. Όλα αυτά τα έντονα, νεανικά συναισθήματα πόθου και πάθους την είχαν κατακλύσει.  Ήταν αληθινά ευτυχισμένη, μόνο όταν του μιλούσε. Τον σκεφτόταν νύχτα και μέρα. ήταν σίγουρη πως κι εκείνος ανταποκρινόταν.

Κανόνισαν και συναντήθηκαν για πρώτη φορά σε μια πόλη της Ελλάδας, κάπου στην μέση της απόστασης Αθήνας- Θεσσαλονίκης, αφού η Έρρικα ζούσε Αθήνα κι ο Λέων στην Θεσσαλονίκη. Όταν τον αντίκρισε στον σταθμό του τρένου να την περιμένει, τρόμαξε λίγο. Δεν ήταν απόλυτα όπως τον είχε φανταστεί. Ήταν μεγαλύτερος σε ηλικία κι εμφανισιακά άσχημος. Μα η Έρρικα είχε στο νου της την δική της ιδέα για τον άντρα που έβλεπε μπροστά της τώρα να την κοιτά με επιφύλαξη εκεί στην αποβάθρα. Είχε πείσει τον εαυτό της, όμως, πως ήταν ερωτευμένη μαζί του. Όταν τον πρωτοαντίκρισε δεν ένιωσε τίποτα. Μόλις έμειναν μόνοι τους και την αγκάλιασε λαίμαργα, πάλι ένιωσε απλά την δύναμη και το πάθος του. ένιωσε να την θέλουν. Μπροστά στο τίποτα που είχε μέχρι τότε στην καθημερινότητα της, αυτό -ναι- ήταν ο έρωτας. Έκαναν έρωτα. Γέλασαν μαζί. Έπαιξαν σαν μικρά παιδιά. Και γύρισαν στις εστίες τους.

Μετά απ’ αυτήν την βραδιά ο Λέων έγινε απόμακρος. Έπαψε να της μιλάει τόσο συχνά. Έπαψε να στέλνει μηνύματα ή να παίρνει τηλέφωνο. Η Έρρικα ανησύχησε μήπως του συνέβει κάτι. Άρχισε να στέλνει  εκείνη μηνύματα, να τον ενοχλεί συχνά, να τηλεφωνεί. Συνήθως δεν της απαντούσε ή αν το έκανε ήταν μονολεκτικά. Η Έρρικα βούλιαζε. Τούτη η απόρριψη της είχε στοιχίσει περισσότερο από κάθε άλλη προηγούμενη. Δεν την άντεχε. Υπέφερε και πονούσε ακόμα και σωματικά.

Έναν μήνα ακριβώς μετά την συνάντηση τους, ο Λέων της έστειλε και πάλι ένα καυτό μήνυμα στο mail της. Η Έρρικα τρελάθηκε από την χαρά της. Αναπτερώθηκε το ηθικό της. Φτερούγισε ο έρωτας δυνατά και πάλι. Τόση ανείπωτη ευτυχία ξανά. Και ότι νόμιζε πως όλα είχαν τελειώσει, που βασανιζόταν, αναρωτιόταν, δεν κοιμόταν τα βράδια κι έκλαιγε με αναφιλητά, απλά μια μικρή παράγραφος την έκανε να νιώσει και πάλι ζωντανή. Ανταποκρίθηκε.

Ένα μήνα αργότερα, ξανασυναντήθηκαν. Στο ίδιο μικρό ξενοδοχείο στην Λάρισα. Πνιγμένη από ευτυχία η Έρρικα δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει για να τον ευχαριστήσει. Το πάθος τους είχε φτάσει στα άκρα. Δεν μπορούσε να υπάρξει περισσότερη ευτυχία ήταν σίγουρη. Δεν ήθελε να φύγει μακριά του. Δεν ήθελε να τελειώσει όλο αυτό. Μα έπρεπε. Ο λέων είχε την δουλειά του στη Θεσσαλονίκη και δεν μπορούσε να πάει στην Αθήνα. Η Έρρικα ήταν παντρεμένη. Μα ευχαρίστως θα χώριζε. Του το είπε. Άλλωστε δεν την έδενε τίποτα με τον Γιάννη. Ο Λέων όμως δεν ήθελε. Ήταν ελεύθερος άνθρωπος εκείνος. Ζούσε για την στιγμή. Δεν προγραμμάτιζε. Δεν έκανε σχέσεις. Ήταν ένα “πουλάκι” που πετούσε ανέμελο. Τίποτα δεν του άλλαζε την γνώμη. Ούτε καν ο έρωτας.

Μετά την δεύτερη συνάντηση τους ο Λέων χάθηκε πάλι για τρεις ολόκληρους μήνες αυτή τη φορά. Η Έρρικα ήταν απερίγραπτα ερωτευμένη κι απόλυτα δυστυχισμένη πλέον. Κοιτούσε διαρκώς τις φωτογραφίες του. Το προφίλ του στο facebook. Διάβαζε ξανά και ξανά τα μηνύματα του. Έκλαιγε μέρα και νύχτα. Του έστελνε ακόμα και δυο μηνύματα την ημέρα ακόμα κι αν δεν λάμβανε καμιά απάντηση.  Ο καιρός περνούσε, η σχέση της με τον Γιάννη είχε χειροτερέψει ακόμα περισσότερο. Εκείνη ήταν στα όρια της κατάθλιψης. Και τότε τον είδε.

Ο Λέων με σάρκα και οστά. Μια γυναίκα τόσο ερωτευμένη δεν κάνει λάθος. Ξεχωρίζει τον εραστή που λατρεύει μέσα στο πλήθος κι ας φορά μπουφάν, σκουφί, γυαλιά. Δεν την ξεγελάς με τίποτα. Ξέρει το βάδισμα του, την ανεπαίσθητη κίνηση που κάνει το χέρι του. Ξεχωρίζει τις λεπτομέρειες που κι εκείνος ο ίδιος ο αγαπημένος της αγνοεί.

Ο Λέων ήταν εκεί μαζί με μια κυρία και τα δυο παιδιά της. Την συνόδευε στο Χριστουγεννιάτικο χωριό που είχαν στήσει στο Σύνταγμα. Η Έρρικα πάγωσε. Είχε κατέβει μια βόλτα στο κέντρο να δει τις βιτρίνες. Στην αρχή νόμισε πως από την πολλή της αγάπη τον έβλεπε παντού. Μα όχι. Ήταν εκείνος που στεκόταν μπροστά της. Κι αυτή η κυρία πλάι του θα ήταν η αδερφή του με τ’ ανίψια του. Πάγωσε. έμεινε εκεί στο πεζοδρόμιο να τον κοιτά αδιάκριτα. Ήταν πια σε απόσταση ενός μέτρου κι εκείνος δεν την είχε δει. Μιλούσε στο μικρότερο παιδάκι που το κρατούσε από το χέρι κι εκείνο χαρούμενο του γελούσε.

Όταν έφτασε ακριβώς μπροστά της, σταμάτησε στο εμπόδιο που του επέβαλε το σώμα της. Οι άλλοι τρεις την κοίταξαν απορημένοι και φοβισμένοι. Ποια να ήταν αυτή η “τρελή” που έκλεινε τον δρόμο τους. Τότε γύρισε και την κοίταξε ο Λέων. Ταράχτηκε και τρόμαξε. “Μπαμπά” ψέλλισε το παιδάκι κρεμασμένο από το χέρι του.

Ήταν αυτή η φωνούλα που ξύπνησε την Έρρικα. Κατάπιε έναν κόμπο στον λαιμό της. Η ανάσα της δεν έβγαινε καν μπλοκαρισμένη. Χαμήλωσε τα μάτια που υπερχείλιζαν δάκρυα. Έκανε στην άκρη πάνω σε δυο πόδια που έμοιαζαν σαν ζύμη. Είτε το έδαφος είχε μαλακώσει είτε τα πόδια της έλιωναν. Έκανε στην άκρη και πιάστηκε από το πράσινο κολονάκι  που είχε βάλει ο Αβραμόπουλος να στολίσει την Αθήνα. Ευτυχώς γιατί θα σωριαζόταν στο οδόστρωμα. Ο Λέων με μια έντονη σκληράδα στην ματιά την προσπέρασε αποφασιστικά κι έσφιξε το χεράκι του παιδιού καθώς το τράβηξε να προχωρήσει.

Η Έρρικα κατάλαβε. Ήταν αργά. Εκείνη την ώρα άνοιξε το φανάρι. Το τρόλεϊ ξεκίνησε. Η Έρρικα πετάχτηκε με φόρα μπροστά. Όλα σκοτείνιασαν.

Η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Έχουν αλλοιωθεί ονόματα κι ο τρόπος της αυτοκτονίας. Το ηλεκτρονικό έγκλημα κυνηγάει παιδεραστές. Αυτή την “εφηβεία” των 40 χρόνων, όπου γινόμαστε ευάλωτοι κι αδύναμοι δεν υπάρχει νομοθεσία να την προστατέψει. Το έγκλημα που ο “Λέων” διέπραξε θα μείνει ατιμώρητο. Εκείνος θα συνεχίσει να παίζει με τις ψυχές ευάλωτων γυναικών χωρίς να νοιάζεται για το κόστος ή για τις επιπτώσεις του παιχνιδιού του . Είμαστε απροστάτευτοι στο διαδίκτυο ακόμα κι οι ενήλικες.  Όλοι μπορούν να φτιάξουν ψεύτικα προφίλ.

Advertisements