Θα ήθελα, στ’ αλήθεια να ήσουν για μένα ό,τι κι ο τυχαίος περαστικός.

Πήγα χτες να πληρώσω τα κοινόχρηστα μετά τη δουλειά κι η διαχειρίστρια μου είπε :

“Έχεις προσέξει εκείνον τον ανύπαντρο που βγάζει το σκύλο βόλτα κάθε μέρα στις 5;

Αυτόν μωρέ που πάει και τρέχει με το σκύλο του.”

” Ναι τον έχω δει. Και;” της απάντησα αδιάφορη.

“Έσπασε το πόδι του και τώρα γυρνά με τις πατερίτσες.”

Λυπήθηκα λίγο , έκανα πως συμπονούσα, μα στην τελική τι με ένοιαζε αν δεν θα μπορούσε να τρέξει ο γείτονας;

Πιο πολύ το σκύλο λυπήθηκα που θα έχανε τις μακρινές βόλτες. Πλήρωσα τα κοινόχρηστα και ανέβηκα στο σπίτι μου.

Να συνεχίσω με την ρουτίνα της ημέρας.

Κι εκεί καθώς έπλενα τα πιάτα κατάλαβα:

Πόσο θα ήθελα να μπορούσα να νιώσω το ίδιο για σένα. Να μη με νοιάζει αν πονάς ή αν γελάς.

Να μπορώ να σε βλέπω στο σούπερ μάρκετ, να συναντιόμαστε στο διάδρομο και τα βλέμματα μας να αγγίζονται αδιάφορα.

Να μπορώ να σε κοιτάξω κατάματα στο δρόμο και να μην νιώθω σαν να με χτυπά ηλεκτρικό ρεύμα.

Να σου χαμογελάω “καλησπέρες” και να χαϊδεύω το σκύλο σου, χωρίς να φοβάμαι μήπως προδοθούν οι σκέψεις μου

από το τρεμούλιασμα του χεριού μου.

Μα ξέρω καλά δεν γίνετε. Ποτέ δε θα γίνεις ένας τυχαίος στη ζωή μου. Πάντα θα σε κοιτώ και θα φοβάμαι μήπως κάτι σου συμβαίνει.

Μήπως κάτι χρειάζεσαι και δεν μπορείς να το έχεις. Μήπως πάθεις κάτι και δεν υπάρχει κανείς να σε βοηθήσει.

Μήπως ξυπνάς τη νύχτα φοβισμένος από ένα κακό όνειρο και τρομάξεις από το τόσο σκοτάδι.

Μήπως ξυπνήσεις ένα πρωί και νιώσεις πόσο στ’ αλήθεια μόνους μας άφησες να είμαστε…

(Ρένα Γέρου)

Advertisements