Κι αν ζούσε ταξιδεύοντας  με ελάχιστες αποσκευές, δεν είχε πειράξει στ’ αλήθεια ποτέ του κανέναν. Ήταν πνεύμα ελεύθερο και ζούσε για το ταξίδι. Ήταν αυτοσκοπός και προορισμός ετούτο το τριγύρισμα του κόσμου. Δεν είχε σύνορα να τον εμποδίζουν. Περπατούσε ή οδηγούσε ή απλά επέβαινε  σε τρένα και πλοία. Στεριές ή θάλασσες δεν τον περιόριζαν. Μονάχα ο ορίζοντας ήταν το όριο.

Από μικρός ο Γιώργος είχε γεννηθεί να ταξιδεύει. Στο σχολείο ταξίδευε με την φαντασία του την ώρα του μαθήματος σε χώρες ανεξερεύνητες. Τι κι αν είχε ευστροφία και πνεύμα κι εξυπνάδα. Τι κι αν ήθελε θα μπορούσε να ήταν πρώτος στην τάξη. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα από τα συνηθισμένα που έκαναν τα άλλα παιδιά. Μόνο στη Γεωγραφία διέπρεπε. Χάζευε τον παγκόσμιο χάρτη εκεί δίπλα στον πίνακα, με τις ώρες. Σημείωνε μέρη στην καρδιά του να τα επισκεφτεί όταν θα γινόταν πιο μεγάλος. Ονειρευόταν τα ταξίδια του και κατέστρωνε σχέδια με διαδρομές που ήθελε να κάνει.

Στα δεκαοκτώ του, μόλις είχε τελειώσει το σχολείο, όρμησε με το σακίδιο και την μηχανή του ακάθεκτος στην εθνική οδό. Κι από τότε δεν σταμάτησε ποτέ να ταξιδεύει. Δεν έμενε σε κανένα  μέρος πολύ. Ένα ή δυο βράδια και μετά συνέχιζε. Το «παντού» ήταν ο προορισμός του.

Με τις γυναίκες που συναντιόταν δεν δενόταν ποτέ. Άλλος έρωτας από την ελευθερία δεν υπήρχε για εκείνον. Και ταξίδευε. Μπορεί και να έφευγε. Η γραμμή παρέμενε λεπτή, όπως και να έχει. Μια φορά την ερωτεύτηκε εκείνην την ξανθιά κοπέλα, που τ’ όνομα της δεν θυμάμαι. Ή έτσι έλεγε σε εκείνην. Δυο ολόκληρους μήνες έμεινε σ’ εκείνο το νησί  που ήταν το σπίτι της. Εξήντα νύχτες κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι μαζί της. Καμία μέρα δεν κρέμασε τα ρούχα του στην ντουλάπα. Πάντα τα είχε στο σακίδιο του. Έφυγε την εξηκοστή πρώτη.

Ελένη. Έτσι την έλεγαν. Την θυμάται τώρα τελευταία συχνότερα. Είχε δέρμα που μύριζε γλυκά και φωνή απαλή και σιγανή. Όταν κοιμόταν πλάι της ηρεμούσε. Δεν σκεφτόταν τίποτα. Σαν έμβρυο στην ασφάλεια μιας μήτρας. Εκείνη έκλαψε όταν είδε το άδειο κρεβάτι και το σακίδιο που έλειπε από το πάτωμα. Εκείνος φαντάστηκε πως άκουσε τα δάκρυα της. Κάθε που έβρεχε νόμιζε άκουγε αυτά τα σιγανά αναφιλητά. Μα δεν σταματούσε. Σηκωνόταν να ταξιδέψει ακόμα μακρύτερα μετά την κάθε θύμηση.

Άγευστα ταξίδια. Παντού ίδιοι άνθρωποι. Σχεδόν το ίδιο τοπίο με τις διαφορετικές μυρωδιές του κάθε τόπου. Δεν είχε τι άλλο να δει. Ανάσανε. Ήταν έτοιμος πια στα πενήντα εφτά του να επιστρέψει. Η Ελένη ίσως ήταν εκεί. Ίσως να έβρισκε μια άλλη Ελένη.  Κι επέστρεψε.

Αγόρασε ρούχα και μια ντουλάπα.

Η Ελένη περίμενε.

Η Ελένη τον νίκησε πια. Τον κυβερνούσε ανελέητα.

Οι μεγάλοι έρωτες πεθαίνουν για το μαζί μα δολοφονούνται από την συνήθεια.

Ο Γιώργος έγινε ο ίδιος ο φόβος του από ανάγκη.

Μα πάντα η ζωή δεν νικά; Κι όσοι δεν σπάνε, άραγε από ανάγκη, λυγίζουν;

Advertisements